Πεθαίνοντας στη δουλειά…

Ας το να γνωστοποιηθεί!
  • 535
  •  
  •  
  •  
  •  
    535
    Shares

 

διαμαρτυρία ντελιβεράδων/Φωτογραφία: Eurokinissi

Πριν μερικές μέρες, ένας 38χρονος αυτοκτόνησε βουτώντας στο κενό από το χώρο εργασίας του σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης. Ο άνθρωπος αυτός είχε ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας. Δεν ήταν όμως αυτοκτονικός. Είχε μια κανονική ζωή.
Ο άνθρωπος αυτός δούλευε σε ένα τοξικό περιβάλλον εργασίας. Επτά μέρες τη βδομάδα, δεκάωρα και πάνω, για ένα μισθό που συνεχώς έπεφτε. Μερικές φορές δεν έπαιρνε τίποτα. Δεν έφευγε γιατί “η εταιρεία βασιζόταν πάνω του” και εκείνος “έπρεπε” να τη σώσει. Συνέχιζε, ακόμα κι αν οι συνθήκες τον τσάκιζαν. Έπρεπε να αντέχει, για να αποδεικνύει την αξία του, που συχνά υποτιμούνταν
Ώσπου ένα απόγευμα βούτηξε στο κενό. Η συσσωρευμένη πίεση τον έσπασε τελικά.

Η ιστορία αυτού του ανθρώπου αποτελεί μια έκφραση του ακραίου. Όμως, όσον αφορά συνθήκες εκμετάλλευσης δεν είναι το μοναδικό περιστατικό. Αντίθετα, τις συναντάμε κατά πλειοψηφία στους χώρους εργασίας, κι ας παραλλάσσεται ο βαθμός και η έκφραση της.

Αφεντικά που μας μιλάνε άσχημα και που μας υποτιμούν. Που μας βάζουν τις φωνές επειδή δεν πιάσαμε τους στόχους. Που μας φορτώνουν την ευθύνη της δουλειάς, ειδικά όταν δεν πάει καλά. Συχνά μας κρατούν μέρος του μισθού, τα τιπς, τα δώρα. Δε μας δίνουν άδειες, μας κλέβουν τα ρεπό. Αν παραπονεθούμε, έχουν έτοιμη την απειλή της απόλυσης. Αν σηκώσουμε πολύ μπαϊράκι και διεκδικήσουμε τα βασικά, αν απευθυνθούμε στην Επιθεώρηση ή στο ΙΚΑ, μας πετάν και ατάκες όπως το “θα κανονίσω να μη βρεις πουθενά αλλού δουλειά”.

Αυτά τα φαινόμενα είναι τόσο συχνά, που θεωρούνται πλέον κανονικότητα και παραβλέπονται. Όμως, όσο κι αν μας φαίνονται πια συνηθισμένες τέτοιες ιστορίες και καταστάσεις, δεν παύουν να είναι μια πιεστική και στρεσογόνα δύναμη πάνω μας.
Η τάση αυτή δεν είναι τυχαία. Δεν έγιναν ξαφνικά οι εργαζόμενοι πιο ευάλωτοι στις εργασιακές δυσκολίες, ούτε είναι πιο τεμπέληδες.

Μέσα στην κρίση του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος, αυτό που επικρατεί στις επιχειρήσεις είναι το μένος για κερδοφορία με κάθε κόστος. Οι πολιτικές που χαράχθηκαν στο εργασιακό τομέα, και τα μέτρα που επιβλήθηκαν ειδικά στην Ελλάδα, επέβαλαν συγκεκριμένα πράγματα: μικρούς μισθούς, ελαστικά ωράρια, επισφαλείς εργασιακές σχέσεις, βραχυχρόνιες συμβάσεις εργασίας κλπ. Δημιουργήθηκε έτσι μια τεράστια δεξαμενή ανέργων, υπερεξειδικευμένων και ανειδίκευτων εργαζομένων, από την οποία το σύστημα και οι εργοδότες μπορούν συνεχώς να αντλούν εργατικό δυναμικό και όποτε θέλουν να το ‘επιστρέφουν’ βάσει χαμηλής ‘αποδοτικότητας’. Κυριαρχεί το δόγμα ‘ουδείς αναντικατάστατος’. Οι εργαζόμενοι είναι αναλώσιμοι, αφού υπάρχει συνεχώς πλήθος διαθέσιμων εν δυνάμει εργαζομένων με αντίστοιχες ικανότητες και γνώσεις. Αυτό που κρίνεται είναι πόσο πιο φθηνά μπορούν να κάνουν την ίδια δουλειά. Έτσι, δικαιολογείται η “κινητοποίηση’ για να εργαστείς “πιο πολύ, πιο πειθαρχημένα”.

Όσο τέτοια φαινόμενα εργασιακής καταπίεσης και ακραίας εκμετάλλευσης κανονικοποιούνται, τόσο πέφτουν πάνω μας οι ευθύνες και οι ενοχές ότι πρέπει να τα ανεχόμαστε. Το να μη το κάνουμε, ενώ υπάρχουν άλλοι που τα ανέχονται, είναι δείγμα αδυναμίας, ελλειπούς ικανότητας, έλλειψης σεβασμού απέναντι στην ‘ευκαιρία’ που μας δόθηκε, έλλειψης φιλοδοξίας και διάθεσης για ‘σκληρή δουλειά προς την επιτυχία’.

Αυτή η σκληρή δουλειά κάνει κακό στην υγεία μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί αύξηση της κατανάλωσης ηρεμιστικών και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, της χρήσης αλκοόλ και άλλων ουσιών, των αυτοκτονιών, σε ηλικιακές ομάδες παραγωγικής ηλικίας (20-50), σε ανθρώπους μεσαίας τάξης και με μεγάλη αντιπροσώπευση στους άνδρες για προβλήματα σχετικά με την εργασία.

Η καθημερινή ζωή μας δίνει από μόνη της αρκετούς λόγους για να ζούμε μέσα στο άγχος. Είμαστε μια γενιά που ζει σε ένα συνεχές παρόν γεμάτο δυσκολίες, και ένα αβέβαιο μέλλον, για το οποίο δε μπορεί να κάνει σχέδια. Η πίεση που συσσωρεύεται στους ώμους μας, από την έλλειψη δυνατότητας να πατήσουμε οικονομικά στα πόδια μας, να ζήσουμε στον τόπο που διαλέγουμε, να δουλεύουμε στον κλάδο που επιθυμούμε κλπ, ορίζει από μόνη της ένα πλαίσιο που καταπατά τα όνειρά μας. Η διόγκωση της πίεσης μέσα από δουλειές που μας καταπιέζουν και τραυματίζουν σωματικά και ψυχολογικά, μας αρρωσταίνει συλλογικά.

Το ερώτημα που μπαίνει είναι για πόσο μπορούμε να ανεχτούμε αυτές τις συνθήκες ζωής. Αν μπορούμε να δεχόμαστε καθημερινά να χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας, δουλεύοντας σαν τα σκυλιά, χωρίς καμία χρηματική ή ηθική ανταπόκριση. Νομίζουμε ότι το να τα συζητάμε απλώς ο καθένας και η κάθε μία με τις παρέες του δεν φτάνει.
Οφείλουμε να αμφισβητήσουμε την αντίληψη ότι είμαστε ανίκανοι και αδύναμοι, επειδή η πίεση της δουλειάς και των ατελείωτων ωραριών μας καταβάλει. Να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι σε αυτήν την κατάσταση και άρα δεν είμαστε μόνοι. Αυτό που χρειάζεται είναι με κάποιο τρόπο να υπάρξει μια δράση. Αξίζει να υψώνουμε τη φωνή μας ενάντια σε περιστατικά εκμετάλλευσης ή τραμπουκισμού στο χώρο της δουλειάς, να αντιστεκόμαστε στη καταπάτηση των δικαιωμάτων μας ως εργαζόμενοι και ως άνθρωποι.

Να στείλουμε το μήνυμα σε όλους όσους χάραξαν τις πολιτικές με τις οποίες εμείς αναγκαζόμαστε να ζούμε σήμερα, ότι είμαστε απέναντί τους και δεν πρόκειται να δεχθούμε ήσυχα ήσυχα την κατάσταση που έχουν δημιουργήσει. Είμαστε μια γενιά, που την ωθούν να θρηνεί, να αρρωσταίνει και να πεθαίνει, αργά ή γρήγορα. Θα γίνουμε η γενιά που θα βάλει τέλος σε αυτήν την πραγματικότητα. Δεν είμαστε ρομαντικοί. Είμαστε ειλικρινείς απέναντι στις ανάγκες μας και στο τι θεωρούμε δίκαιο.

Για να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα,
για να μη καταπιούμε άλλα χάπια,
θα σηκώσουμε ανάστημα.