Για το καλό μου (;)

* ή αλλιώς, γιατί η πολιτική της κυβέρνησης και τα χατίρια στους εργοδότες
συνεχίζουν να μας κάνουν την ζωή δύσκολη

 

Ένα κείμενο για την σημερινή κατάσταση στο φόντο της ψήφισης
του τελευταίου νόμου για τα εργασιακά

** όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται αυτούσια ή στρογγυλοποιημένα προέρχονται από το αρχείο της ΕΡΓΑΝΗΣ και της ΕΛΣΤΑΤ (μπορούν να βρεθούν και στην έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το 2017)

 

Λέμε όντως πολλές φορές ότι δεν έχει νόημα να περιγράψουμε την κατάσταση την οποία ζούμε, τις δυσκολίες της, τις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα μας, προκειμένου να μιλήσουμε για τις αναγκαίες αντιστάσεις στο σήμερα και τους αγώνες που πρέπει να δοθούν. Πάνω κάτω, έχουμε δίκιο: όσοι/ες μπαίνουμε ή έχουμε για λίγα χρόνια μπει στην αγορά εργασίας, όσοι/ες είμαστε άνεργοι/ες, ή μένουμε ακόμα με τους γονείς μας, ή βλέπουμε τον μισθό μας να εξαντλείται στο πρώτο δεκαήμερο του μήνα, ξέρουμε πολύ καλά ότι αυτό που ζούμε είναι άδικο, βασανιστικό και πρέπει να αλλάξει.

Ωστόσο, αυτήν την περίοδο ακούμε διάφορα από την πλευρά των κυβερνόντων: «έρχεται η ανάπτυξη», «μειώνεται η ανεργία», «θετικές διατάξεις στήριξης στους νέους εργαζόμενους». Αναρωτιόμαστε. Πάει κάτι όντως τόσο καλά και εμείς δεν το χουμε καταλάβει; Βρέθηκε η λύση για όσους/ες από εμάς εργαζόμαστε με 300-400 και 500 ευρώ το μήνα, υπό το φόβο της απόλυσης και της επιστροφής στην ανεργία;

Επειδή, είμαστε βαθιά καχύποπτοι για τα παραπάνω, και επειδή οι παραπάνω αφηγήσεις τείνουν να βάζουν κάτω από τα χαλάκι τα περισσότερα και βασικότερα προβλήματα μας, θεωρούμε ότι πρώτον αυτό πρέπει να αναδεικνύεται και, στην συνέχεια, να απαντιέται.

 

«Μειώνεται η ανεργία»

Πανηγυρικά υποδέχονται ορισμένοι την σταθεροποίηση του δείκτη ανεργίας στο 21,2% (περίπου), μιλώντας για πτώση συγκριτικά με προηγούμενες χρονιές, την ίδια στιγμή που το νούμερο αυτό μεταφράζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες άνεργους/ες.

Πολλώ δε μάλλον την ίδια στιγμή που είναι εντελώς αδύνατον να περιγράψει από μόνο του την πραγματική κατάσταση όσον αφορά τον πραγματικά άνεργο πληθυσμό, αφού το σύνολο των ανέργων, αποθαρρυμένων ανέργων (που δεν ψάχνουν για δουλειά, αλλά θα δούλευαν αν τους παρεχόταν) και υποαπασχολούμενων (μερικώς απασχολούμενων χωρίς την θέλησή τους) ανέρχεται στο 29,6%. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά εμάς τους νεώτερους η ανεργία ανέρχεται σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα αγγίζοντας το 40% και 50%, χωρίς καν να προσμετρούνται οι χιλιάδες συνομήλικοι μας που έφυγαν στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια (και που αν ήταν εδώ ορισμένοι θα προσθέτονταν σίγουρα στην λίστα των ανέργων).

 

Η μερική απασχόληση είναι γούστο;

Κάτι που ακούγεται πολύ συχνά είναι ότι η μερική απασχόληση δεν είναι πρόβλημα, αλλά προκύπτει από την ίδια την επιλογή των εργαζομένων να είναι πιο ευέλικτοι στην εργασία τους ή να εργάζονται λιγότερες ώρες. Αυτό που δεν εξηγείται ωστόσο, είναι το πώς όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας ταυτόχρονα προέβησαν σε αυτήν την μεγαλειώδη ανακάλυψη (η οποία τους εγγυάται μικρότερο εισόδημα) κατά το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα που ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και μπήκαμε στα μνημόνια και τον μηχανισμό στήριξης. Χαρακτηριστικά από 4% το 2001 η μερική απασχόληση ανέρχεται σε 10%  το 2016 με σταθερή αυξητική τάση (βλ. νέες προσλήψεις: 50% με καθεστώς μερικής απασχόλησης).

Είναι αυτό που λέμε το τέλειο timing! Ή μάλλον, για να το θέσουμε πιο σοβαρά, ήταν η ανάγκη της εργοδοσίας για φθηνότερο και με λιγότερα δικαιώματα εργατικό δυναμικό. Για να διαπιστώσει κανείς ότι η μερική απασχόληση δεν είναι γούστο (σχεδόν) κανενός, αρκεί σε τελική ανάλυση απλώς να ρωτήσει τους μερικώς απασχολούμενους, αφού το 68,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση.

 

Σήμερα είμαι, αύριο δεν είμαι

Άντε και πιάνεις δουλειά. Και μάλιστα με πλήρη απασχόληση. Υπάρχουν τρεις πολύ συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους είμαστε εντελώς αναλώσιμοι/ες και μπορούμε από την μια στιγμή στην άλλη να βρεθούμε άνεργοι/ες:

Α) «Φιλαράκο ξέρεις πόσοι περιμένουν εκεί έξω;»: 21,2 % η επίσημη ανεργία

Β) «Οικιοθελείς» αποχωρήσεις: ένα ωραίο πρωί εμφανίζεται ότι έχουν κατατεθεί στον εργοδότη από τον εργαζόμενο χωρίς ο τελευταίος να ξέρει τίποτα, ή αφού τον έχει εκβιάσει ο εργοδότης να το αποδεχθεί ή αφού τον έχει οδηγήσει πράγματι να αποχωρήσει οικιοθελώς από την επιχείρηση. Ο εργαζόμενος κερδίζει περισσότερο ελεύθερο χρόνο (ως άνεργος) και ο εργοδότης κερδίζει μια αποζημίωση απόλυσης που ποτέ δεν θα καταβάλει. A fair deal (!). (βλ. και αύξηση οικιοθελών αποχωρήσεων από 27% σε 43% τα τελευταία 3 χρόνια, επί του συνόλου των αποχωρήσεων).

Γ) Δοκιμαστικό πρώτο έτος στις αορίστου χρόνου συμβάσεις: ρύθμιση του 1ου μνημονίου που πολύ απλά προβλέπει ότι κατά το πρώτο χρόνο απασχόλησης του ο εργαζόμενος μπορεί να απολυθεί οποτεδήποτε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα αποζημίωσης. Και πάλι ο εργαζόμενος κερδίζει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, ενώ ο εργοδότης μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο casting για ετήσιο «κορόιδο».

 

Καταρρίπτοντας τα μαθηματικά

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με (το βασικότερο ίσως!) την συρρίκνωση του κατώτατου μισθού, ήδη από το 2012, στα 490 ευρώ καθαρά (και 430 αντίστοιχα για τους νέους), σημαίνουν ότι πρέπει να συμβεί ένα πραγματικό θαύμα προκειμένου μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που σήμερα προσπαθεί να ζήσει και να εργαστεί εδώ να τα καταφέρει όντως.

Και αυτό γιατί, στους μισθούς χαρτζιλίκι προστίθεται η αυξημένη μερική απασχόληση (που εγγυάται ακόμα κατώτερο εισόδημα), οι αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις (βλ. μείωση αφορολόγητου ορίου) καθώς και η μειωμένη δυνατότητα βοήθειας πλέον από τις οικογένειες μας λόγω της περικοπής μισθών και συντάξεων.

 

Ο τελευταίος νόμος για τα εργασιακά (και γιατί δεν τον γουστάρουμε)

Μέσα στο όλο κλίμα του παραμυθιάσματος σχετικά με την «επαναφορά και επέκταση» των δικαιωμάτων των εργαζομένων, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο τελευταίο νόμο της κυβέρνησης. Στις 13 Σεπτέμβρη δημοσιεύτηκε λοιπόν ο 4488/2017 διαποτισμένος δήθεν από την «καλή του την προαίρεση» να βελτιώσει την κατάσταση των εργαζομένων…

Πέρα από το ότι σημαντικά, κομβικά κομμάτια του νόμου εν τέλει δεν συμπεριλήφθηκαν στο σχέδιο που ψηφίστηκε. Πέρα από το ότι η εφαρμογή των όποιων βελτιωτικών διατάξεων για τους εργαζομένους αποδεικνύεται είτε δυσχερής, είτε αδύνατη, είτε με πολύ μικρότερο εύρος εφαρμογής. Πέρα από το ότι σε πλευρές του αντί να διώκει, δίνει τις ευχές του στην ανασφάλιστη εργασία (παράδειγμα ασκούμενων δικηγόρων). Πέρα από όλα αυτά, το βασικότερο ζήτημα αυτού του νόμου και της κουβέντας γύρω από αυτόν βρίσκεται αλλού: βρίσκεται στην χυδαία προσπάθεια να αποκρυφθούν οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η κατάσταση για εμάς στην αγορά εργασίας έχει όπως έχει, με την προώθηση μεταρρυθμίσεων που είτε θα έπρεπε να ισχύουν έτσι και αλλιώς εδώ και πάρα πολύ καιρό ως αυτονόητες, είτε έχουν έναν εντελώς δεύτερο ρόλο να παίξουν, στο βαθμό που οι βασικοί παράγοντες της εξίσωσης της εργασιακής απορρύθμισης δεν αλλάζουν.

Κουκουλώνονται λοιπόν τα «χοντρά»: η κατάργηση στην πράξη των ΣΣΕ σε κλαδικό επίπεδο, η μείωση του κατώτατου μισθού, η ανεξέλεγκτη μερική απασχόληση, η ατιμώρητη απλήρωτη εργασία, η ασυδοσία των εργοδοτών με τα δοκιμαστικά έτη των αορίστου χρόνων συμβάσεων,  η υποστελέχωση και η αναποτελεσματικότητα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.

Ενώ λοιπόν όλα τα παραπάνω μένουν άγγιχτα, η συζήτηση ανοίγει με όρους σοφισμάτων με βασικό ιδεολόγημα για άλλη μια φορά το «από το ολότελα, καλή και η Παναγιώταινα». Ότι από το 0 προτιμότερο το 1. Από το να είσαι στην πλήρη εργασιακή ξεφτίλα ας έχεις και τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για δεδουλευμένα (σημ. όχι κατά ΑΕ). Από το να γκρινιάζεις επειδή δεν έχεις λεφτά για την ασφάλιση σου, καλύτερα να είναι προαιρετική και αν θες να μην ασφαλίζεσαι (βλ. διάταξη για δικηγόρους και μηχανικούς).

Την ίδια στιγμή, βέβαια, τα δεδουλευμένα που διεκδικείς μπορεί να μην φτάνουν ούτε για ζήτω. Το αφεντικό σου μπορεί να έχει προλάβει να σε απολύσει πριν την συμπλήρωση του έτους, οπότε να μην τυγχάνει εφαρμογής η «πολύφημη» διάταξη της νομοθεσίας του Υπουργείου που προβλέπει ότι πλέον η μη καταβολή δίνει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αποχωρήσει απαιτώντας το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης. Η εταιρία στην οποία δουλεύεις μπορεί να είναι ΑΕ (αρκετά σύνηθες, ειδικά αν είναι μεγάλη), οπότε δεν θα μπορείς να στραφείς εναντίον της με την «πολυθρύλητη» διαταγή πληρωμής του εισήγαγε ο συγκεκριμένος νόμος.

 

Να θέσουμε από την αρχή όρους εργασίας και ζωής

 

Αν κάτι γίνεται σαφές από τα παραπάνω, είναι ότι η αποδοχή ενός ταβανιού προσδοκιών ως προς το πώς μπορούμε να ζούμε και να δουλεύουμε με βάση τα όσα η εκάστοτε κυβέρνηση παρουσιάζει ως «εφικτά», ή «εφαρμόσιμα» ή ενδεχομένως και πανηγυρικά «θετικά», έχει ως αποτέλεσμα να διαπραγματευόμαστε την προοπτική μας ανάμεσα σε άθλια σενάρια και μίζερες προοπτικές, την ίδια στιγμή που οι ανάγκες και οι επιθυμίες μας μπαίνουν στο συρτάρι για να συζητηθούν σε κάποια χρόνια, δεκαετίες ή ίσως και σε μια άλλη ζωή.

 

Αυτό σημαίνει κατά την γνώμη μας ότι περισσότερο από ποτέ θα πρέπει να επιμείνουμε στην πρόταξη των βασικών αναγκών και διεκδικήσεών μας, απέναντι στις διάφορες δήθεν φιλοτιμίες της κυβέρνησης, τις δεσμεύσεις της απέναντι στους δανειστές και την εργοδοσία.

 

Χρειάζεται περισσότερο από ποτέ κάθε συλλογικότητα νέων, κάθε σωματείο, κάθε άνθρωπος της γενιάς μας, όλοι και όλες εμείς που βλέπουμε να μην τα βγάζουμε πέρα με αυτές τις συνθήκες εργασίας, που δεν μπορούμε να σκεφτούμε τους εαυτούς μας να αντέχουν για πολύ ακόμα κάτω από το συνεχές άγχος της επιβίωσης, να βρούμε τους τρόπους και τα μέσα για να προωθήσουμε όλοι/ες μαζί έναν αγώνα για αυξήσεις στους μισθούς, πλήρη και σταθερή εργασία, δουλειά με δικαιώματα.

 

Τα αιτήματα για άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού, για επαναφορά της ισχύος των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, για κατάργηση του δοκιμαστικού έτους στις αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας και άμεση αύξηση του αφορολόγητου ορίου, κόντρα σε οποιαδήποτε μνημονιακή ή άλλη δέσμευση, θεωρούμε ότι είναι τα πιο κρίσιμα σημεία καθώς και η αναγκαία αφετηρία για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για βελτίωση των όρων εργασίας και ζωής μας. Όσο αυτά μένουν εκτός συζήτησης, τόσο συνεχίζεται ένα έγκλημα εις βάρος όλων των νέων ανθρώπων και των εργαζομένων αυτής της χώρας.